Ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Παντελής Φιλιππίδης, μιλά στον ΟΤΑ24 για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι έμποροι, τον αθέμιτο ανταγωνισμό με τις πολυεθνικές και τα e-shop και τον ρόλο της πολιτικής βούλησης στην προστασία της μικρομεσαίας επιχείρησης. Την ίδια στιγμή, συζητά για το μέλλον της πόλης, την ανάπλαση της ΔΕΘ και τον ρόλο της Θεσσαλονίκης ως εμπορικού και παραγωγικού κέντρου.
Ως πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου από το 2014, ποιο είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα που θεωρείτε ότι έχετε καταφέρει; Κάτι για το οποίο πιθανόν θα θέλατε να σας θυμούνται και μετά την θητεία σας.
Εκείνο για το οποίο θα ήθελα να με θυμούνται μετά την θητεία μου στον εμπορικό σύλλογο, είναι ότι μπόρεσα και κράτησα τον Σύλλογο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημα.
Από την άλλη μεριά, για εκείνο που είμαι περήφανος που έγινε όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι κρατήσαμε μαζί με τους συνεργάτες μου τον Σύλλογο σε υψηλό επίπεδο, σε ένα επίπεδο στο οποίο ήμασταν απόλυτα συνεπείς σε λόγους και πράξεις.
Υπερασπιστήκαμε και τον τελευταίο έμπορο που υπάρχει στην πόλη, κάναμε προτάσεις στην όποια κυβέρνηση, ανεξάρτητα αν τις δέχτηκε ή όχι και έχουμε ήσυχη την συνείδηση μας ότι κάναμε ό,τι ήταν να κάνουμε χωρίς να κάνουμε κανένα βήμα πίσω.
Αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα που έχουμε κάνει όλα αυτά τα χρόνια, μαζί με το Διοικητικό Συμβούλιο, τους Αντιπροέδρους, τον Γενικό Γραμματέα και το προσωπικό του Εμπορικού Συλλόγου.
Έχετε δει την εμπορική Θεσσαλονίκη να αλλάζει μέσα στα χρόνια. Κοιτώντας την νέα γενιά, βλέπουμε ότι οι νέοι φεύγουν από την πόλη, ή ακόμα κι από την χώρα, αναζητώντας επαγγελματικές προοπτικές. Πιστεύετε ότι η αγορά της Θεσσαλονίκης και το εμπορικό σύστημα, μπορούν να κρατήσουν έναν νέο για να του δώσουν χώρο να επιχειρήσει;
Αν έχει όνειρα, αν έχει όρεξη και αν πιστεύει στον εαυτό του, ναι. Ωστόσο, οι συνθήκες έχουν αλλάξει, τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα, διότι ο αντίπαλος είναι αόρατος. Υπάρχουν απέναντι οι πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες είναι απρόσωπες και δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα, διότι δυστυχώς είναι άναρχα δομημένη πια η αγορά, λόγω της παγκοσμιοποίησης.
Στα ρούχα για παράδειγμα, οι πολυεθνικές π.χ. δεν πληρώνουν φόρους στην Ελλάδα, πληρώνουν στην έδρα τους. Και συνήθως οι έδρες τους είναι φορολογικοί παράδεισοι . Η έδρα του Zara για παράδειγμα, είναι στα Κανάρια Νησιά. Πληρώνει 3% φόρο, δηλαδή αν κερδίσεις 100 εκατομμύρια θα δώσεις τα 3. Εγώ αν κερδίσω 100 εκατομμύρια, που είναι δύσκολο φυσικά, θα πληρώσω 42. Μόνο αυτή τη διαφορά να εκμεταλλευτεί θα με διαλύσει ο ανταγωνιστής.
“Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τη νέα γενιά γιατί εμείς καταστρέψαμε το μέλλον τους”
Εγώ πάντως, θέλω να πω στους νέους ανθρώπους ότι έχουν υποχρέωση να επιχειρήσουν στον τόπο τους, έχουν υποχρέωση να αντισταθούν και επειδή κι εγώ είμαι μεγάλος, θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τη νέα γενιά γιατί εμείς καταστρέψαμε το μέλλον τους. Εμείς προκαλέσαμε όλο αυτό που δυστυχώς θα ζήσουν οι νέοι. Είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που ζούμε τώρα γιατί εμείς τους καταστρέψαμε το μέλλον.
Πιστεύω πολύ στη νέα γενιά και πιστεύω ότι αυτοί μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, όχι εμείς που έχουμε μπαγιατέψει τελείως. Ο νέος που δεν έχει να χάσει τίποτα μπορεί να αλλάξει τα πάντα.
Βλέπουμε, συνεπώς, έναν αθέμιτο ανταγωνισμό ανάμεσα στη μικρομεσαία επιχείρηση και τις πολυεθνικές. Tα e-shop, πώς επηρεάζουν αυτό το τοπίο;
Τα e-shop στην Ελλάδα, ξεκίνησαν αυτή τη μεγάλη άνοδο από το COVID. Μέχρι το COVID του 2020, τα e-shop στην Ελλάδα είχαν το 7% της επαγγελματικής δραστηριότητας.

Σήμερα ξεπερνάνε σχεδόν το 50%. Τότε όλοι στράφηκαν στο e-shop γιατί ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Έμαθαν λοιπόν να λειτουργούν με το e-shop, όπως έμαθαν να λειτουργούν με το delivery και με την χρήση της κάρτας παντού, η οποία πλήττει βαθιά την επιχείρηση μέσα από το ποσοστό που κρατά. Πρόκειται για μια συνεχή ανακεφαλαίωση των τραπεζών που καταστρέφει το εμπόριο, μια κακιά συνήθεια που ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται και θα το πληρώσει την επόμενη δεκαετία.
“Η αγορά των μικρομεσαίων καταστημάτων δεν θα πεθάνει ποτέ”
Είναι, ταυτόχρονα και το ζήτημα των χρημάτων. Η κοινωνία έχει πρόβλημα ότι δεν της φτάνουν τα χρήματα. Ο μέσος επιχειρηματίας δεν μπορεί να δουλέψει γιατί τα δύο εκατοστάρικα που περισσεύουν από την τσέπη του καταναλωτή, τα κλέβει το σούπερ μάρκετ, η βενζίνη, το πετρέλαιο κλπ.
Έτσι, ένα μεγάλο ποσοστό ψωνίζει διαδικτυακά γιατί θέλει να πάρει κάτι μέχρι εκεί που φτάνουν τα λεφτά του. Αν έχει δέκα ευρώ διαθέσιμα και θέλει να πάρει ένα φόρεμα, θα το βρει διαδικτυακά. Όμως, μπορεί να το βρει και στην αγορά, αν στριφογυρίσει όλη την αγορά, όχι το ίδιο, αλλά ένα παραπλήσιο που θα του αρέσει. Γι’ αυτό και η αγορά των μικρομεσαίων καταστημάτων δεν θα πεθάνει ποτέ.

Θα κάνει ένα κύκλο, μέχρι να φύγει και αυτή η μόδα. Διότι η αγορά δεν είναι απλά, θέλω ένα παντελόνι, πάω και το αγοράζω, η αγορά είναι τόπος συνάντησης, είναι τόπος γνωριμίας, είναι τρόπος συναλλαγής. Αυτό, ο πολύ νέος κόσμος δεν το καταλαβαίνει, θα το καταλάβει στη διάρκεια όταν θα αισθάνεται λίγο μόνος.
Υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα μέτρα που μπορεί να διεκδικήσει ο εμπορικός σύλλογος για να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βιώνουν αυτόν τον αθέμιτο ανταγωνισμό;
Μέτρα υπάρχουν πολλά. Δεν είναι τι προτείνει ο κάθε εμπορικός σύλλογος, όλοι κάτι προτείνουν. Εμείς, σαν εμπορικός σύλλογος Θεσσαλονίκης σε κάθε ΔΕΘ μιλάμε με τον πρωθυπουργό, του λέμε τις θέσεις μας, του λέμε τι πρέπει να διορθώσει.
“Οι κυβερνήσεις τα τελευταία 20 χρόνια δεν έχουν βγάλει ούτε έναν νόμο υπέρ της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας”
Καμία κυβέρνηση στα τελευταία 20 χρόνια δεν διόρθωσε τίποτα.
Προτάσεις κάνουμε πολλές. Είναι θέμα καθαρά πολιτικής βούλησης αν θέλει να λύσει το πρόβλημα ή όχι. Αν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση, δεν θα λυθεί ποτέ κανένα πρόβλημα. Και δεν υπάρχει τα τελευταία 20 χρόνια. Γι’ αυτό, συνήθως εμείς δεν ζητάμε τη βοήθεια της κυβέρνησης σαν εμπορικός σύλλογος. Οι κυβερνήσεις τα τελευταία 20 χρόνια δεν έχουν βγάλει ούτε έναν νόμο υπέρ της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.
Εμείς τι ζητάμε;
Ζητάμε ισονομία. Δεν γίνεται εγώ να πληρώνω φόρο 40% και το Ζάρα 3%. Αυτό, δεν μπορεί να το κάνει κανένας εμπορικός σύλλογος, είναι καθαρά νόμος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν μπορεί όμως αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση να αφήνει επί έξι χρόνια την αισχροκέρδεια να κλέβει την τσέπη του καταναλωτή. Εμείς αυτό ζητάμε από την κυβέρνηση, να σταματήσει την αισχροκέρδεια.
“Το άνοιγμα των μαγαζιών τις Κυριακές δεν έχει κάποια ουσιαστική απόδοση”
Παράλληλα, τα μέτρα που παίρνουν οι κυβερνήσεις δεν βοηθούν ουσιαστικά την αγορά. Ένα παράδειγμα είναι ο νόμος των Κυριακών. Από το 2004 όλες οι κυβερνήσεις πάσχιζαν να ανοίξουν την αγορά τις Κυριακές. Ο μόνος που αντιστάθηκε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο ΕΣΘ. Μέχρι και η Αθήνα και ο Πειραιάς έχουν συμφωνήσει.

Έβγαλαν ένα μανιφέστο ότι η Θεσσαλονίκη έχει το δικαίωμα να ανοίγει τις Κυριακές από 1 Μαΐου μέχρι 31 Οκτωβρίου, λόγω τουριστικής θέσης του ιστορικού της κέντρου. Παρόλα αυτά εμείς βγαίνουμε σαν εμπορικό σύλλογος και βλέπουμε κλειστά τα μαγαζιά τις Κυριακές.
Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχει κάποια ουσιαστική απόδοση το άνοιγμα τις Κυριακές. Αν κάποιος έρθει να ψωνίσει την Κυριακή ένα παντελόνι, δεν θα έρθει την Δευτέρα ξανά να πάρει το ίδιο παντελόνι. Άρα, μοιράζουμε τη Δευτέρα στη Κυριακή. Για μένα όμως, η Κυριακή είναι ένα έξτρα μεροκάματο με 75% προσαύξηση. Οπότε δεν με βοηθάς.
Αντίστοιχα, το τεκμαρτό εισόδημα: Το κράτος μαντεύει ότι για να έχει κάποιος επιχείρηση, αυτό σημαίνει ότι έχει 9.500 ευρώ κέρδος. Ποιος το μάντεψε αυτό; Την μια χρονιά μπορεί να πάει καλά το εμπόριο, την άλλη όχι. Πώς γίνεται να αφήνει μαγαζιά να κλείσουν και να μην τους επιστρέφει τα χρήματα από πληρωμένους φόρους που δεν υφίστανται;
Έχετε μιλήσει επίσης στο παρελθόν για την παρουσίαση μιας διαφορετικής εικόνας της οικονομίας και της αγοράς από αυτήν που υπάρχει όντως. Υπάρχει κάτι που πιστεύει ο κόσμος ότι πηγαίνει καλύτερα, ενώ οι έμποροι το βιώνουν διαφορετικά;
Υπάρχει προπαγάνδα. Προσπαθούν να παρουσιάσουν ότι όλα πάνε καλά, ενώ δεν πάνε. Όταν για το 58,6% του πληθυσμού της Ελλάδας, τα λεφτά τελειώνουν στις 18 του μήνα, όταν κλείνει το ένα μαγαζί πίσω από το άλλο και έχουμε 110 μαγαζιά άδεια στην Εγνατία, 21 στην Τσιμισκή και 15 στην Μητροπόλεως, δεν πάνε καλά.

Επιπλέον, όταν ο μέσος επιχειρηματίας ο οποίος δυσκολεύεται, το ακούει αυτό, αισθάνεται αποτυχημένος, γιατί οι άλλοι πετυχαίνουν και αυτός απέτυχε, που δεν είναι έτσι. Γι’ αυτό βγαίνουμε και λέμε την αλήθεια, ότι η αγορά δεν πάει καλά.
Είναι τέτοιες οι συνθήκες της αγοράς, που είναι πολύ δύσκολο για έναν επιχειρηματία να καταφέρει να κρατήσει την επιχείρηση του. Έτσι, πολλές φορές έχει ελλιπές προσωπικό, το οποίο εργάζεται υπερωρίες, δύσκολες συνθήκες κλπ. Υπάρχει λοιπόν, από την μία πλευρά ο επιχειρηματίας, ο οποίος ζορίζεται και από την άλλη πλευρά ο εργαζόμενος, ο οποίος βιώνει αυτή την εκμετάλλευση. Μπορεί να υπάρξει ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο;
Εδώ υπάρχουν δύο αντίπαλες παρατάξεις, οι οποίες στην ουσία έχουν το ίδιο συμφέρον, να πάει καλά η επιχείρηση. Τα τελευταία 25- 30 χρόνια, οι εργαζόμενοι είχαν αποκτήσει πολλά δικαιώματα, που δεν είχαν πριν από 40 χρόνια. Όμως, η παραμυθένια κατά την άποψη μου κρίση, η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, τους τα στέρησε όλα. Και δυστυχώς για αυτούς, δεν αντέδρασαν στην ώρα τους.
“Έπρεπε να υπάρξουν μαζικές κινητοποιήσεις από την κοινωνία των εργαζομένων”
Έπρεπε να υπάρχουν μαζικές κινητοποιήσεις για όλα αυτά που έχασαν. Δεν είναι δυνατόν η κοινωνία των εργαζομένων με αυτά που στερήθηκε, να μην κινητοποιήθηκε καθόλου. Φοβήθηκαν μη χάσουν και αυτά τα λίγα που τους άφηνε ο κάθε κυβερνήτης αυτού του κράτους. Μη ξεχνάμε τις ατομικές συμβάσεις, ένα μέτρο απαράδεκτο. Αντίστοιχα, οι συνταξιούχοι, που τους έκαναν περικοπή τις συντάξεις, έπρεπε να είχαν αντιδράσει, γιατί αυτά ήταν δικά τους λεφτά, ήταν ο κουμπαράς τους.
Σαν εργοδότης, όταν σου δίνεται η δυνατότητα να απαλλαγείς από κάποια εισφορά, πολλοί θεωρούν ότι αυτό είναι υπέρ της επιχείρησης σου. Δεν είναι έτσι. Εγώ είμαι κατά του δυσαρεστημένου εργαζομένου, διότι δεν έχει να σου προσφέρει ούτε ένα ευρώ στην επιχείρηση. Ο ευχαριστημένος εργαζόμενος είναι αυτός που κάνει μεγάλη την επιχείρηση και μάγκα τον επιχειρηματία.
Δεν είμαι κομμουνιστής, δεξιός είμαι. Αλλά αυτή είναι η αλήθεια.
Ως προς το ζήτημα της ΔΕΘ, πρόσφατα επιβεβαιώθηκε η δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου 120 στρεμμάτων και η ανακαίνιση των δύο περιπτέρων, πώς αυτό επηρεάζει τον εμπορικό σύλλογο; Εξυπηρετεί τον εμπορικό κόσμο της Θεσσαλονίκης;
Ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΘ για 12 χρόνια, η άποψη μου είναι ότι η ΔΕΘ είχε ανάγκη από την ανάπλαση, διότι τα κτίρια της ήταν πολύ παλιά και δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν κάποιες πιο εξελιγμένες εκθέσεις, ενώ έφτασε και τα 100 χρόνια λειτουργίας της.
Το σχέδιο της ανάπλασης, το οποίο έκανε η προηγούμενη διοίκηση, δηλαδή η δική μας, ήταν με παγκόσμιο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, που δεν έχει γίνει για κανένα έργο στην Ελλάδα. Το κόστος αυτής της ανάπλασης ήταν κοντά στα 340 εκατομμύρια ευρώ και περιελάβανε τέσσερα βιοκλιματικά περίπτερα που από πάνω φαίνονταν σαν νησιά, ένα καινούργιο συνεδριακό κέντρο, ένα πεντάστερο ξενοδοχείο 185 δωματίων και πάρκινγκ.
Στη διάρκεια, κάποιοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι η ΔΕΘ πρέπει να είναι εδώ, άλλοι έλεγαν να πάει στη Σίνδο, άλλοι να πάει ανατολικά, άλλοι διαμαρτυρόταν που η πόλη θα πάρει 70 στρέμματα.
“Η Έκθεση, παρά τα 100 χρόνια λειτουργίας της, φεύγει από την Θεσσαλονίκη”
Υπήρξε λοιπόν μια πρόταση από την κυβέρνηση να μην γίνουν όλα τα κτίρια, να γίνουν τα δύο κτίρια,να μην γίνει το καινούργιο συνεδριακό, απλά να να γίνει ανακαίνιση στο παλιό και οι θέσεις από 2.000 να γίνουν 600 και σήμερα βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο.
Εμένα η άποψη μου είναι ότι η Έκθεση, παρά τα 100 χρόνια λειτουργίας της, φεύγει από την Θεσσαλονίκη. Γιατί τώρα με το μέγεθος που θα αποκτήσει, δεν θα μπορεί να κάνει ούτε Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ούτε Agrotica με 30.000 μέτρα, παρά το γεγονός ότι οι δυο αυτές εκθέσεις είναι το 90% του τζίρου της.

Μάλλον κάτι άλλο έχουν στο μυαλό τους αυτοί που πήραν την απόφαση και οι δύο μεγάλες αυτές εκθέσεις θα μεταφερθούν στην Αθήνα. Τώρα φυσικά, αν καταφέρει να τα βγάλει πέρα η εταιρεία με τις μικρές εκθέσεις που έχει στο μυαλό της, δεν θα είναι το ίδιο πράγμα.
Η ΔΕΘ έχει συμβάλλει καθοριστικά στο να αποκτήσει η πόλη ένα εμπορικό κύρος. Ταυτόχρονα, από το Βυζάντιο ακόμα, η πόλη είχε τεράστια εμπορική σημασία λόγω της τοποθεσίας της, λόγω των διαφόρων εθνικοτήτων που δραστηριοποιούνταν εδώ κλπ. Τι πιστεύετε οτι χρειάζεται η πόλη για να αποκτήσει ξανά την εμπορική της αίγλη;
Καταρχάς η Θεσσαλονίκη ονομάζεται συμβασιλεύουσα, όχι τυχαία. Ήταν η δεύτερη πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη στο Βυζάντιο. Ήταν πάντοτε πολυπολιτισμική, ενώ παράλληλα διακινούσε σχεδόν όλο το εμπόριο των Βαλκανίων και όχι μόνο.
Αν και παραμελημένη από πολλές κυβερνήσεις, έχει τεράστια προσόντα σαν πόλη. Καταρχάς, έχει τους κανόνες διακίνησης του εμπορίου: Έχει λιμάνι, από τα λίγα λιμάνια που βρίσκονται μέσα στην πόλη, έχει αεροπορική διασύνδεση, έχει τρένο που μπορεί να φτάσει στα άκρα της Ευρώπης. Άρα η διακίνηση του εμπορίου υπάρχει. Και αυτό έχει φανεί.
Η Θεσσαλονίκη ήταν ο leader στην κλωστοϋφαντουργία, απασχολούσε 470.000 κατοίκους σε αυτό τον κλάδο και ήταν πλημμυρισμένη από βιοτεχνίες, εργοστάσια, βαφεία, πλεκτήρια. Μέχρι το 1994 όλη η Ευρώπη έραβε εδώ. Οι πολιτικές αποφάσεις όμως, διέλυσαν όλο τον κλάδο, έναν κλάδο που ήταν ο δεύτερος φορέας συναλλάγματος μετά το πετρέλαιο.
Παράλληλα, το 74’ υπήρχαν 3 αυτοκινητοβιομηχανίες στην Ελλάδα: Η μία ήταν η Nissan, το εργοστάσιο της οποίας βρισκόταν στον Βόλο.

Το εργοστάσιο συναρμολόγησης αυτοκίνητων της Nissan θεμελιώθηκε στον Βόλο το 1980.
Η άλλη, ήταν τα αυτοκίνητα Pony, που πλέον το εργοστάσιο τους έχει μεταφερθεί στη Βουλγαρία.

Το αυτοκίνητο Pony, των αδελφών Κοντογούρη
Η τρίτη αυτοκινητοβιομηχανία, ήταν η Attica, η πρώτη εταιρεία στον κόσμο που είχε βγάλει αμφίβιο αυτοκίνητο.

Το Attica 200 ήταν ένα ιδιαίτερα μικρών διαστάσεων αυτοκίνητο με τρεις τροχούς που παρέμεινε στην παραγωγή από το 1962 έως το 1971.
Όλα αυτά, μαζί με άλλες τεράστιες επιχειρήσεις, εξαφανίστηκαν κατά έναν περίεργο τρόπο, εξ αιτίας της πολιτικής βούλησης.
“Τι έμεινε στην πόλη τα τελευταία 50 χρόνια;”
Αυτό χρειάζεται η πόλη για να αποκτήσει ξανά την αίγλη της. Πολιτική βούληση, καλό σχεδιασμό και κάποιον άνθρωπο με όραμα. Εγώ από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, επειδή δυστυχώς, δεν βλέπω κάποιον με αυτά τα προσόντα, δεν περιμένω να συμβεί κάτι. Πιστεύω όμως, ότι η πόλη έχει όλα τα προσόντα για να μην γίνει αυτό που έλεγε κάποτε ο Ανδρέας Παπανδρέου «τα γκαρσόνια της Ευρώπης», αλλά ένας πραγματικά παραγωγικός παράγοντας για την Ευρώπη και όλο τον κόσμο.
Χρειάζεται τον κατάλληλο οραματιστή, ο οποίος θα δημιουργήσει ένα ελκυστικό εμπορικό περιβάλλον στο οποίο θα συνδράμουν όλοι μαζί για να κάνουν κάτι μεγάλο.
Για παράδειγμα, θεωρώ ότι ο Θερμαϊκός θα έπρεπε να είναι γεμάτος καραβάκια, να έχει συγκοινωνία μόνιμη. Αλλά δεν γίνεται αυτό, γιατί υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα.
Όλα τα μεγάλα έργα όμως, έχουν γίνει από εμπνευσμένους ανθρώπους με όραμα, που δεν βάζουν το συμφέρον μπροστά. Πρέπει να κάνεις εσύ το πρώτο βήμα, να βάλεις το νερό στο αυλάκι και μετά ας το μεγαλώσει ο επόμενος. Να μην κοιτάμε μόνο το τώρα, να κοιτάμε να μείνει και κάτι στην πόλη. Τι έμεινε στην πόλη τα τελευταία 50 χρόνια; Ο περιφερειακός;
