“Αιχμές” κατά της Αντιπολίτευσης έριξε ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος σε ανάρτηση του, κατακρίνοντας τις υποσχέσεις της για νέες παροχές και κάνοντας λόγο για «φορολογικό λαϊκισμό» και προτάσεις χωρίς δημοσιονομική τεκμηρίωση. Αναφέρει χαρακτηριστικά:
“Όποιος προτείνει πρόσθετες μόνιμες παροχές οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια σε ένα απλό ερώτημα: Ποιους φόρους θα αυξήσει ή ποιες δαπάνες θα μειώσει σε μόνιμη και όχι έκτακτη βάση ώστε να εξασφαλίσει σταθερά επιπλέον έσοδα ύψους 4 δισ. ευρώ κάθε χρόνο; Αλλά και τι επίδραση θα έχει μια τέτοια αύξηση στη συνολικότερη οικονομική δραστηριότητα της χώρας, τις επενδύσεις, την απασχόληση και τελικά τα δημόσια έσοδα”.
Στη συνέχεια, προχωρά στη δημοσιοποίηση κάποιων δημοσιονομικών στοιχείων σχετικά με τις οικονομικές δαπάνες του κράτους:
- Η ετήσια δαπάνη για συντάξεις ανέρχεται σε 35,6 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου (αν εξαιρεθούν κάποιες συμπληρωματικές δαπάνες) 2,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα στους συνταξιούχους.
- Η ετήσια δαπάνη για μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων ανέρχεται σε 21,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή (αν εξαιρεθούν υπερωρίες και οδοιπορικά) περίπου 1,5 δισ. ευρώ κάθε μήνα.
Έτσι, όποιος υπόσχεται 13η σύνταξη και 13ο μισθό στο Δημόσιο οφείλει να εξηγήσει από πού θα βρει επιπλέον 4 δισ. ευρώ (2,5+1,5) κάθε χρόνο για να χρηματοδοτήσει αυτές τις μόνιμες δαπάνες.
Για τα κόμματα που υποστηρίζουν ότι μπορούν να χρηματοδοτήσουν μόνιμες αυξήσεις μέσω υψηλότερης φορολόγησης των μερισμάτων που αποδίδονται σε μετόχους επιχειρήσεων και μέσω υψηλότερης έκτακτηςς φορολόγησης των επιχειρήσεων, έφερε τον εξής αντίλογο:
” Ο φιλοεπενδυτικός συντελεστής του 5% (σε αντίθεση με αυτόν του 10%) είναι πιο αποτελεσματικός τόσο για την ανάπτυξη της οικονομίας όσο και για την είσπραξη εσόδων και την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, καθώς αύξησε τα έσοδα του δημοσίου κατά 123% από το 2019 στο 2024, τα οποία με τη σειρά τους αύξησαν τις δαπάνες σε υγεία, παιδεία, μισθούς και συντάξεις. Η υψηλότερη φορολογία μερισμάτων δεν τιμωρεί τους μετόχους, αλλά την οικονομία διότι οδηγεί είτε σε αποθεματοποίηση κερδών είτε σε μεταφορά επενδύσεων σε άλλες χώρες με πιο ευνοϊκούς φορολογικούς συντελεστές.
Αντίστοιχα, ακούγεται συχνά ότι οι μόνιμες αυξήσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν από υψηλότερη έκτακτη φορολόγηση των επιχειρήσεων. Και εδώ, όμως, δεν λέγεται όλη η αλήθεια. Διότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση νέων μόνιμων δαπανών μέσω έκτακτων και προσωρινών μέτρων. Οι μόνιμες δαπάνες απαιτούν μόνιμες πηγές χρηματοδότησης.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσε κανείς να καλύψει το πρόσθετο κόστος των 4 δισ. ευρώ αποκλειστικά από τη φορολογία των επιχειρήσεων, θα έπρεπε να εξασφαλίσει μια αύξηση εσόδων που αντιστοιχεί σε σχεδόν 50% επιπλέον από τα σημερινά επίπεδα”.
Στη συνέχεια, κατήγγειλε τις προτάσεις της Αντιπολίτευσης ως “λαϊκιστικές και ακοστολόγητες υποσχέσεις”, υποστηρίζοντας ότι “κανένας πολιτικός και κανένα κόμμα δεν έχει δικαίωμα να κοροϊδεύει μια κοινωνία που έχει πονέσει τόσο πολύ την προηγούμενη δεκαετία”.
