Οριστικό τέλος στην επαναφορά των δώρων και των επιδομάτων αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους βάζει το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), εξέλιξη που ανοίγει νέο κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στα συνδικάτα και την κυβέρνηση. Οι εργαζόμενοι στο ευρύτερο Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) προετοιμάζονται για δυναμική κλιμάκωση των αντιδράσεών τους, διαμηνύοντας πως η διεκδίκηση των αποδοχών τους δεν σταματά στις δικαστικές αίθουσες.
Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με την απόφαση 1201/2026 έκρινε ότι η επιλογή της Πολιτείας να μην επαναφέρει τα επιδόματα που καταργήθηκαν με τον ν. 4093/2012 δεν συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη ούτε παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υπόθεση εκδικάστηκε μέσω της διαδικασίας της πρότυπης δίκης, με αφορμή αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών –στην οποία είχε παρεμβεί η ΑΔΕΔΥ– με αίτημα την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών για την περίοδο 2023-2024.
Η δικαστική εξέλιξη προκάλεσε την έντονη αντίδραση των συνδικαλιστικών φορέων, με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στους ΟΤΑ (ΠΟΕ-ΟΤΑ) να προαναγγέλλει ότι θα εισηγηθεί κλιμάκωση των κινητοποιήσεων στη συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου της ΑΔΕΔΥ στις 29 Αυγούστου. Ο πρόεδρος της ΠΟΕ-ΟΤΑ, Νίκος Τράκας, έκανε λόγο για «οργή και αγανάκτηση» ανάμεσα στους εργαζομένους, υπογραμμίζοντας ότι «χωρίς εργαζόμενους δεν υπάρχει Δημόσιο» και καλώντας τη βάση να περάσει από τα λόγια στις πράξεις.
Παράλληλα, η ηγεσία της ΠΟΕ-ΟΤΑ στηλιτεύει τη στάση της κυβέρνησης, τονίζοντας πως δεν μπορεί να οχυρώνεται πίσω από δικαστικές αποφάσεις, καθώς η μισθολογική πολιτική αποτελεί αμιγώς πολιτική επιλογή. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων σημειώνουν ότι οι υπάλληλοι στους Δήμους, την καθαριότητα, τις κοινωνικές και τεχνικές υπηρεσίες βιώνουν καθημερινά την ακρίβεια και την υποστελέχωση. Όπως διαμηνύουν, δεν ζητούν προνόμια ή χάρες, αλλά την επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού, πραγματικές αυξήσεις και προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.
