Του Δρ Δημητρίου Χαλκιώτη
Καθηγητή-Συμβούλου ΕΑΠ
Η Ελλάδα με μια συντονισμένη προσπάθεια για την προσέλκυση διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων, μετεξελίσσεται σταδιακά σε έναν ελκυστικό προορισμό για hedge funds και ανώτατα στελέχη του χρηματοοικονομικού κλάδου, ανταγωνιζόμενη πλέον παραδοσιακά χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως το Λονδίνο, η Ελβετία και οι χώρες του Κόλπου. Όπως χαρακτηριστικά αποκάλυψαν οι Financial Times, εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης προσεγγίζουν ενεργά μεγάλα funds του εξωτερικού, παρουσιάζοντας ένα δελεαστικό πακέτο φορολογικών κινήτρων για την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων τους στη χώρα μας.
Η πιο ηχηρή, ίσως, επιβεβαίωση αυτής της στρατηγικής είναι η πρόσφατη απόφαση του δισεκατομμυριούχου διαχειριστή Κρις Ρόκος να μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από τη Βρετανία στην Ελλάδα. Ο ιδρυτής της Rokos Capital Management, που διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 22 δισ. δολαρίων, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα εύπορων επενδυτών που εγκαταλείπουν το Ηνωμένο Βασίλειο εξαιτίας της αυστηρότερης φορολογικής πολιτικής που εφαρμόζεται πλέον εκεί.
Το ελληνικό δέλεαρ στηρίζεται σε ένα νέο καθεστώς, που νομοθετήθηκε τον Ιούνιο και προβλέπει, μεταξύ άλλων, φορολόγηση μόλις 5% (από το σύνηθες 15%) στα bonus και στο μερίδιο κερδών (carried interest) των στελεχών που θα μεταφέρουν τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα. Παράλληλα, αξιοποιείται το ευνοϊκό καθεστώς των «non-doms», βάσει του οποίου, με έναν ετήσιο κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ, οι επενδυτές εξαιρούνται από την ελληνική φορολογία για τα εισοδήματά τους στο εξωτερικό, ενώ απαλλάσσονται και από τον φόρο κληρονομιάς για περιουσιακά στοιχεία εκτός συνόρων.
Ωστόσο, τα οφέλη για την εθνική οικονομία δεν περιορίζονται στην άφιξη μερικών εύπορων προσώπων. Προϋπόθεση για την ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση είναι η δημιουργία πραγματικής επιχειρηματικής παρουσίας, με τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ ετήσιες λειτουργικές δαπάνες στην Ελλάδα. Ο απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ενός ολόκληρου «οικοσυστήματος» asset management. Αυτό, στην πράξη, μεταφράζεται σε νέες, καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, ανάπτυξη συνοδευτικών υπηρεσιών (νομικών, φορολογικών και συμβουλευτικών), τόνωση της αγοράς ακινήτων υψηλών προδιαγραφών και προσέλκυση διεθνών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Επιπλέον, τέτοιες κινήσεις αποτελούν μια ισχυρή διεθνή ψήφο εμπιστοσύνης στη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας μας για την επόμενη δεκαετία.
Αυτή η ρεαλιστική και εξωστρεφής προσέγγιση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με πολιτικές προσεγγίσεις περί «φορολόγησης των πλουσίων», όπως οι πρόσφατες προτάσεις για μια «πατριωτική εισφορά» στο πλουσιότερο 1%. Όπως επισημαίνεται στο ρεπορτάζ των Financial Times, αλλά και από οικονομικούς αναλυτές, το μεγάλο κεφάλαιο είναι εξαιρετικά ευέλικτο. Η υπερφορολόγηση δεν διασφαλίζει αυξημένα έσοδα αλλά, αντίθετα, διώχνει τον πλούτο. Στο πρόσφατο παρελθόν, η ρητορική στοχοποίησης του πλούτου οδήγησε κορυφαίες ελληνικές επιχειρήσεις, όπως η Coca-Cola HBC, η ΒΙΟΧΑΛΚΟ, η ΦΑΓΕ και η ΤΙΤΑΝ, καθώς και ισχυρές οικογένειες, να μεταφέρουν την έδρα τους σε χώρες όπως η Ελβετία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και η Κύπρος. Τα επίσημα στοιχεία της ΑΑΔΕ, άλλωστε, επιβεβαιώνουν ότι η δεξαμενή των εξαιρετικά υψηλών δηλωθέντων εισοδημάτων στην Ελλάδα, μόλις 3.371 φορολογούμενοι δηλώνουν ετήσια εισοδήματα άνω των 500.000 ευρώ, είναι πολύ μικρή για να στηρίξει από μόνη της τον κρατικό προϋπολογισμό.
Συμπερασματικά, αποδεικνύεται ότι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία η ανάπτυξη έρχεται προσελκύοντας επενδύσεις, όχι τιμωρώντας τες. Μέσα από ένα σταθερό, απλοποιημένο και ανταγωνιστικό φορολογικό πλαίσιο που προσφέρει κίνητρα, η Αθήνα έχει σήμερα την ιστορική ευκαιρία να εδραιωθεί ως ένα σύγχρονο και αξιόπιστο χρηματοπιστωτικό κέντρο και να προσδώσει τεράστια και πολυεπίπεδη προστιθέμενη αξία στην εθνική οικονομία.
